πιλότος

Δεν θυμάμαι να υπήρξε ποτέ δίσκος με εξώφυλλο νέγρο με ημίψηλο καπέλο που να μην ήταν καλός

Αυτό το μαγαζί-πασπαρτού που συνδύαζε μπιστρό-μπαρ-φαγητό ήταν ό,τι πιο μέτριο μπορούσες να βρεις στο κέντρο της πόλης. Οι θαμώνες ήταν απελπιστικά αδιάφοροι, περνούσαν απαρατήρητοι, ίσως να μην είχαν κάνει ποτέ καμία εντύπωση σε κανέναν. Μια μάζα ανθρώπων που δεν έπιναν πολύ, έτρωγαν με μέτρο, σιγοσφύριζαν τα τραγούδια που άκουγαν και λίγο μετά τα μεσάνυχτα έφευγαν για ύπνο. Ράθυμοι, πολιτικά μετριοπαθείς και με μια κάποια οικονομική άνεση, δεν έδειχναν να δίνουν και πολύ σημασία στο ότι περνούσαν αδιάφοροι για τους πάντες αλλά σίγουρα είχαν επίγνωση αυτής της θλιβερής ιδιότητας. Όλοι τους ήταν μια σκέτη νύστα με δυο πόδια και ένα κεφάλι, ένα χασμουρητό που μπορεί να αναπαράγεται και να σκέφτεται λογικά. Όλοι τους, εκτός από δύο.

«Πρέπει κάτι να φάω, οι Καμήλες αρχίζουν και ξύνουν τις καμπούρες τους στο στομάχι μου».

Πήρε το τελευταίο Κάμελ άφιλτρο, τσαλάκωσε το πακέτο και σημάδεψε τον κάδο. Το τσαλακωμένο πακέτο έπεσε έξω και οι θαμώνες ταράχτηκαν, όχι σε σημείο να μην μπορούν να κοιμηθούν το βράδυ αλλά αρκετά ώστε να κουνήσουν το κεφάλι και να δούνε τι έγινε.

«Σ’αυτό το βαρεμένο μαγαζί που με σέρνεις μην περιμένεις να βρεις τίποτα φαγώσιμο της προκοπής».

«Το μαγαζί είναι μια σκέτη μαλακιά, μην το λες βαρεμένο, έχει διαφορά» είπε και έκανε νόημα στην γκαρσόνα να έρθει.

Το φαγητό ήταν ασορτί με την όλη ποιότητα του μαγαζιού, μέτριο. Η γκάμα στο μενού ήταν σχετικά μικρή αλλά όχι τόσο μικρή ώστε να ταράξει τους θαμώνες αλλά ικανοποιητικά μικρή ώστε να τους απαλλάξει απ΄την σκοτούρα του «τι απ’όλα αυτά να διαλέξω;». Έτσι, μπορούσε κάποιος να αποφασίσει γρήγορα για το τι θα πάρει, να χορτάσει χωρίς να ξοδέψει πάνω από δέκα κέρματα και το επόμενο δευτερόλεπτο να μην θυμάται τι έφαγε. Μετά τις πρώτες επισκέψεις, παρακαλούσες να σου πέσει βαρύ το φαγητό ή ακόμη καλύτερα να είναι χαλασμένο, για να έχεις κάτι να θυμάσαι.

«Σάρα, θα μου φέρεις μια μηλόπιτα και ένα ποτήρι καφέ» είπε, έχοντας κολλημένο το βλέμμα του στο πικάπ το οποίο δεν έπαιζε τίποτα, γεγονός που έπρεπε να διορθωθεί πριν έρθει η μηλόπιτα στο τραπέζι.

«Είσαι σίγουρος Χένρυ; Την τελευταία φορά που την πήρες την τάισες στις γάτες έξω στην στάση. Η μηλόπιτα έμεινε ίδια, δεν άλλαξε» είπε διστακτικά αν και ήξερε την αντίδραση του Χένρυ πολύ καλά.

«Ναι είμαι σίγουρος, αποκλείεται να είναι ίδιες. Όλα τα πράγματα έχουν κάτι σαν DNA και αποκλείεται να βρεις δυο που να είναι ίδια ακριβώς» είπε κάνοντας νοητούς κύκλους με τα δάχτυλά του στον αέρα. «Α, φέρε και έναν καφέ στον Φερνινάντ, τώρα είναι η ώρα που τον πιάνει και κάνει τον μουγγό, γι’αυτό δεν σου μιλάει»

«Είναι χαζός, μην τον ακούς. Δεν θέλω καφέ, την προηγούμενη φορά που ήπια καφέ εδώ μέσα κόντεψα να πεθάνω απ΄την νύστα», είπε κοιτώντας την Σάρα ενώ ταυτόχρονα έπαιζε νευρικά με το καπάκι μιας ζαχαριέρας.

Η Σάρα έφυγε μάλλον προβληματισμένη, με την έλικα του DNA της μηλόπιτας να περιστρέφεται στην σκέψη της, να περιστρέφεται όπως ακριβώς περιστράφηκε και αυτή σαν μπαλαρίνα υπό την επήρεια βαρβιτουρικών , παραπατώντας λίγο πριν φτάσει στην κουζίνα όπου παραλίγο να γκρεμίσει ένα βάζο με πλαστικά λουλούδια και να ταράξει την ηρεμία των θαμώνων. Κάθε φορά που έρχονταν στο μαγαζί ο Χένρυ και ο Φερντινάντ έχανε την αυτοσυγκέντρωσή της.

Ο Χένρυ σηκώθηκε γρήγορα απ’την καρέκλα του, προσπέρασε τον Φερντινάντ που τον κοιτούσε απορημένος και κατευθύνθηκε προς το πικάπ. Οι δύο αδιάφοροι τύποι που κάθονταν στο μπαρ, είχαν σπαταλήσει όλη τους στην σημερινή ενέργεια στο να δούνε το τσαλακωμένο πακέτο Κάμελ να πέφτει έξω από τον κάδο και έτσι τώρα δεν έδωσαν σημασία.

«Αυτός ο δίσκος έχει στο εξώφυλλο έναν νέγρο με ημίψηλο καπέλο. Δεν θυμάμαι να υπήρξε ποτέ δίσκος με εξώφυλλο νέγρο με ημίψηλο καπέλο που να μην ήταν καλός», είπε και τον έβαλε να παίξει.

Η μουσική ξεκίνησε να παίζει και ο Χένρυ γύρισε πίσω στο τραπέζι. Ο Φερντινάντ είχε καταπιαστεί με την ζαχαριέρα την οποία τελικά ξεβίδωσε και τώρα προσπαθούσε να την βιδώσει αλλά δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά. Τα χέρια του γλιστρούσαν, ο Χένρυ τον κοιτούσε επίμονα συσσωρεύοντας όλη την αρνητική ενέργεια που μπορούσε και κατευθύνοντάς την προς την ζαχαριέρα, όση δύναμη και αν έβαζε, η αρνητική ενέργεια του Χένρι ήταν ίση ακριβώς με αποτέλεσμα να μένει ακίνητος.

Η Σάρα επέστρεψε με την μηλόπιτα και τον καφέ, τα άφησε στο τραπέζι χωρίς να δώσει και πολύ σημασία και έφυγε πίσω βιαστικά γιατί το μόνο που της έλλειπε ήταν να της αρχίσουν πάλι τις περίεργες θεωρίες.

«Ευχαριστώ, ποντάρω δέκα κέρματα ότι η μηλόπιτα θα είναι πάνω του μετρίου», είπε ο Χένρυ αλλά η Σάρα είχε χαθεί ήδη στην κουζίνα.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο Χένρυ κατάλαβε ότι η θεωρία του με το DNA και την μοναδικότητα της μηλόπιτας έμπαζε από όλες τις πλευρές, θα ήθελε πολύ να την στηρίξει αλλά απ’την στιγμή που δεν έβαλε καν το στοίχημα, παραδέχτηκε στον εαυτό του ότι η θεωρία ήταν αέρα κοπανιστός. Έτσι, πέταξε την μηλόπιτα στα σκουπίδια.

«Είσαι χαζός, ο κόσμος πεινάει και εσύ πετάς τις μηλόπιτες στα σκουπίδια;» του γρύλιζε εκνευρισμένος ο Φερντινάντ καθώς η ζαχαριέρα δεν βίδωνε με τίποτα.

Ο Χένρυ είχε ήδη ξεκινήσει να καπνίζει τσιγάρα απ’το καινούργιο πακέτο ενώ πήρε και μια γερή γουλιά καφέ. «Τελικά η μηλόπιτα αυτή ήταν ίδια ακριβώς με την προηγούμενη. Η μηλόπιτα αυτή φτιάχτηκε για να πεταχτεί στα σκουπίδια. Δεν φτιάχτηκε ούτε για να την φάω εγώ, ούτε κάποιος άστεγος, ούτε γάτα ούτε για να την στουμπώσουμε πουθενά και να κάνουμε μηλοπιτόβομβα. Φτιάχτηκε μόνο για τα σκουπίδια. Εγώ απλά έκανα τον χρέος μου!»

«Χένρυ ώρες-ώρες με εκνευρίζεις αφάνταστα. Και μην με κοιτάς στα χέρια, προσπαθώ να βιδώσω αυτό το καταραμένο καπάκι και δεν μ’αφήνεις». Είχε αναψοκοκκινίσει, ο στόχος της ζωής του για σήμερα ήταν να βιδώσει αυτό το καπάκι, δεν είχε καταφέρει τίποτε άλλο από το πρωί και είχε πάει σχεδόν εννιά το βράδυ, μια μέρα πέρασε και δεν πρόσφερε τίποτα απολύτως σε κανένα, πιθανότατα ούτε την προηγούμενη. Τώρα ήταν η ευκαιρία να σώσει την παρτίδα. Σε αντίθετη περίπτωση, η Σάρα θα τον θυμόταν ως «ο βλάκας που μου παράτησε ξεβιδωμένη ζαχαριέρα»

«Δεν σε κοιτάω, απλά έχω την εντύπωση ότι αυτοί οι τύποι στο μπαρ χαζεύουν την μηλόπιτα στον κάδο λες και είναι εξωγήινη, τους τάραξα. Τώρα μάλιστα, τώρα έχει λίγο πλάκα». Ξεφύσηξε τον καπνό. Το τραγούδι έπαιζε ακόμη. Τελικά είχε πέσει διάνα, ο δίσκος ήταν εξαιρετικός, είχε μέσα πολλά βιολιά και έναν που βαριόταν να τραγουδήσει, «τι τέλειος δίσκος» σκέφτηκε. Κοίταξε μια ακόμη φορά τα χέρια του Φερντινάντ.

Το καπάκι έφυγε απότομα από τα χέρια του Φερντινάντ, το γυάλινο βαζάκι πήρε μια περίεργη τροχιά και ζάχαρη πετάχτηκε στο αέρα. Οι κρύσταλλοι έμεναν στον αέρα, σαν σε αργή κίνηση, τα πάντα σ’αυτό το μπαρ ήταν σε αργή κίνηση, οι τύποι στο μπαρ σταμάτησαν να κοιτάνε την μηλόπιτα και είχαν σχεδόν κοιμηθεί, οι κρύσταλλοι εξακολουθούσαν να παραμένουν στον αέρα, ο Χένρυ ξεφύσηξε τον καπνό ανάμεσά του και ο Φερντινάντ ήταν κατακόκκινος μέχρι που όλο το βάζο μαζί με την ζάχαρη προσγειώθηκε στο πουλόβερ του.

«Χένρυ, σε παρακαλώ, απάντησε μου. Γιατί ερχόμαστε στο χειρότερο μαγαζί του κέντρου;»

«Δεν έχω ιδέα»

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Create a free website or blog at WordPress.com.

%d bloggers like this: